Ανακοινωθέν 30ής Νοεμβρίου 2018 του Συμβουλίου της Αρχιεπισκοπής

Η Αρχιεπισκοπή Ορθοδόξων Παροικιών Ρωσικής Παραδόσεως στη Δυτική Ευρώπη, η οποία αποτελεί μια από τις παλαιότερες ορθόδοξες εκκλησιαστικές οντότητες της περιοχής μας, τέθηκε υπό την ποιμαντική ευθύνη του Μητροπολίτη Ευλογίου (Γκεωργκιέβσκυ) από τον Άγιο Τύχωνα, Πατριάρχη της Μόσχας, με απόφαση της 8ης Απριλίου 1921.

Πεταμένοι στους δρόμους της εξορίας από την μπολσεβίκικη επανάσταση, οι Ρώσοι μετανάστες ίδρυσαν, με πίστη και θάρρος, μια εκκλησιαστική οντότητα θεμελιωμένη στις βασικές αρχές της ημιτελούς Συνόδου της Μόσχας του 1917-1918.

Ιδρυμένη αρχικά στο Βερολίνο, η έδρα της Αρχιεπισκοπής μεταφέρθηκε στο Παρίσι, στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκυ, και πήρε τη μορφή ενός Γαλλικού νομικού προσώπου, που αποτελείται από κοινότητες και ενορίες εγκαθιδρυμένες, από την ίδρυσή του έως σήμερα, στη Γαλλία και σε όλη τη Δυτική Ευρώπη. Ο Καταστατικός Χάρτης αυτού του Νομικού Προσώπου, που ονομάζεται Επαρχιακή Διοικητική Ένωση των Ορθοδόξων Ρωσικών Εταιρειών Δυτικής Ευρώπης, κατατέθηκαν στις γαλλικές αρχές στις 26 Φεβρουαρίου 1924 και εξακολουθούν να ισχύουν έως σήμερα. Το 1931, για να εξασφαλισθεί η ανεξαρτησία και η βιωσιμότητα της η Αρχιεπισκοπή ζήτησε την εξάρτησή της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, κάτι που έγινε δεκτό με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο της 17ης Φεβρουαρίου 1931, που παραχώρησε στην Αρχιεπισκοπή καθεστώς Προσωρινής Εξαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Στις 22 Νοεμβρίου του 1965, απροσδόκητα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανακοίνωσε στην Αρχιεπισκοπή την ανάκληση του καθεστώτος Προσωρινής Εξαρχίας του 1931. Η Αρχιεπισκοπή στη συνέχεια βρέθηκε ανεξάρτητη από οποιοδήποτε πατριαρχείο. Στο τιμόνι της βρισκόταν κατά την περίοδο αυτή ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος (Ταράσοβ) από το 1960 έως το 1971. Στις 22 Ιανουαρίου 1971 με Πατριαρχική και Συνοδική Επιστολή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο δέχθηκε εκ νέου στους κόλπους του την Αρχιεπισκοπή ως είχε, με τη διαφορά όμως ότι δεν της απεδίδετο ακριβές κανονικό καθεστώς υπό την αιγίδα του Πατριαρχείου.

Μετά την εκλογή του ως αρχιεπισκόπου, ο Αρχιεπίσκοπος Σέργιος (Κονοβάλοβ) ανέλαβε να διαπραγματευτεί με το Οικουμενικό Πατριαρχείο μια αναθεώρηση του κανονικού καθεστώτος της Αρχιεπισκοπής εντός του Πατριαρχείου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη χορήγηση του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου της 19ης Ιουνίου 1999, με τον οποίο η Ιερά Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, κατά επίσημη αίτηση της Αρχιεπισκοπής, μετά από αρκετά χρόνια εσωτερικών διαβουλεύσεων στην Αρχιεπισκοπή και διαπραγματεύσεων με την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, παρεχώρησε καθεστώς Εξαρχίας (μη προσωρινής) στην Αρχιεπισκοπή.

Τούτο το καθεστώς η Ιερά Σύνοδος, χωρίς καμμιά προηγούμενη διαβούλευση με οποιοδήποτε επίσημο όργανο της Αρχιεπισκοπής, το ανακάλεσε με απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2018.

— -

Με τον αιφνιδιαστικό χαρακτήρα της, η Συνοδική απόφαση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για την ανάκληση του Τόμου της 19ης Ιουνίου 1999 φέρει σε βαθιά περίσκεψη την Αρχιεπισκοπή. Ωστόσο, είναι ουσιαστικής σημασίας το να μην απαντήσει η Αρχιεπισκοπή εν θερμώ σε αυτή την απόφαση.

Πράγματι, όπως διδάσκει η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία μεγάλων σύγχρονων θεολόγων, όπως ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας) ή ο π. Νικόλαος Αφανάσιεβ, οι κοινότητες και οι πιστοί τους συνιστούν την Εκκλησία στην καθολικότητά της μόνον γύρω από τον Επίσκοπό τους.

«Πολλές ορθόδοξες σύνοδοι τείνουν να εκδίδουν εγκύκλιες επιστολές και εντολές που αφορούν τις εσωτερικές υποθέσεις της επισκοπής ενός επισκόπου σαν να αποτελούσαν, αυτές οι σύνοδοι, μια “υψηλότερη” αυθεντία μέσα στην Εκκλησία. Ορισμένοι ορθόδοξοι θεολόγοι αναφέρουν μάλιστα τη σύνοδο ως την ύψιστη αυθεντία μέσα στην Εκκλησία, δημιουργώντας έτσι μια ιεραρχία, η οποία έχει την επισκοπή στον πυθμένα και στην κορυφή της την τοπική σύνοδο, με αποκορύφωμα την οικουμενική σύνοδο. Συνιστά, όμως, η σύνοδος μια αρχή που βρίσκεται πάνω από τον επίσκοπο; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να είναι μόνο αρνητική από την οπτική γωνία της εκκλησιολογίας. Εκκλησιολογικά δεν υπάρχει τίποτε υψηλότερο από έναν επίσκοπο στην Εκκλησία» [Ιωάννου Ζηζιούλα, "Ο επίσκοπος στη θεολογική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας", στον τόμο Έργα Α΄, Εκκλησιολογικά Μελετήματα, εκδ. Δόμος, Αθήνα 2016, σσ. 590-591. Γαλλική έκδοση του έργου: «L’évêque selon l’orthodoxie» στο έργο του ιδίου L’Église et ses institutions, Paris, 2011, p. 386-387].

Ως εκ τούτου, για να μπορέσουμε να εκφράσουμε την αυθεντική φωνή της Αρχιεπισκοπής, θα πρέπει να παραμείνουμε ενωμένοι γύρω από τον Αρχιεπίσκοπο που μας καθοδηγεί, τον Πανιερώτατο Χαριουπόλεως Ιωάννη. Πιστοί στην αυθεντική ταυτότητα της Αρχιεπισκοπής, τούτη η διαβούλευση γύρω από τον επαρχιούχο επίσκοπο θα λάβει χώρα στα όργανα που είναι θεσμοθετημένα από τον Καταστατικό μας Χάρτη, τα οποία είχαν εγκριθεί από την Αγία και Ιερά Σύνοδο: αρχικά μέσα σε κάθε ενορία ή κοινότητα αλλά και στις θεσμικές κληρικολαϊκές συνελεύσεις.

Κάθε εκκλησιαστική απόφαση, για να είναι έγκυρη, πρέπει να γίνει τυπικά αποδεκτή από την οντότητα που υπόκειται στην παρούσα απόφαση, ιδιαιτέρως όταν η απόφαση δεν έχει ζητηθεί από εκείνους που πρέπει να την εφαρμόσουν. O Πανιερώτατος κ. Ιωάννης, ως επαρχιούχος επίσκοπος, θα μπορέσει να απαντήσει στην συνοδική απόφαση σεβόμενος την καθολικότητα της Εκκλησίας και τις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη της Αρχιεπισκοπής, μόνον αφού προηγηθεί η ακόλουθη διαδικασία διαβούλευσης.

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης προσκαλεί τους πρεσβυτέρους της Αρχιεπισκοπής σε μια ποιμαντική σύναξη στις 15 Δεκεμβρίου 2018 για να διαβουλευθεί μαζί με αυτούς με τους οποίους μοιράζεται την πνευματική ευθύνη των ενοριών και των πιστών της Αρχιεπισκοπής.

Στον απόηχο της ποιμαντικής συνάξεως, το Συμβούλιο της Αρχιεπισκοπής θα συγκαλέσει επισήμως μια γενική συνέλευση της Αρχιεπισκοπής, με τη συμμετοχή όλων των κληρικών και των εκλεγμένων λαϊκών αντιπροσώπων των ενοριών και των κοινοτήτων που αποτελούν τις εταιρείες-μέλη της Επαρχιακής Ένωσης.

Με βάση τον τρόπο που ρίζωσε μέσα στις κοινωνίες της δυτικής Ευρώπης, η Αρχιεπισκοπή έχει αφομοιώσει κάποια στοιχεία του δυτικού πολιτισμού, ιδιαίτερα την προσκόλληση στις δημοκρατικές αξίες, τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία του κάθε ατόμου, καθώς και την αρχή της ανταλλαγής επιχειρημάτων πριν από οποιαδήποτε απόφαση. Οι κληρικοί και οι κοινότητες που θα ήθελαν να εγκαταλείψουν την Αρχιεπισκοπή για να ενταχθούν σε άλλη επισκοπική δικαιοδοσία, από αυτήν του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη, οφείλουν να βαδίσουν σύμφωνα με την κανονική τάξη και να ζητήσουν την άδεια να αποχωρήσουν από τον επαρχιούχο επίσκοπο, Πανιερώτατο Χαριουπόλεως Ιωάννη. Εν τούτοις η προτίμησή μας επικεντρώνεται στο πλαίσιο της διαβούλευσης και του διαλόγου εν αληθεία, σε μια τακτική συνέλευση του συνόλου της Επαρχιακής Ένωσης.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, από ιεροκανονικής απόψεως, ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης ως επαρχιούχος επίσκοπος, ούτε έχει ζητήσει την ανάκληση του καθεστώτος της εξαρχίας, ούτε αιτήθηκε συνταξιοδότησης ή αποχώρησής του. Συνεπώς, παραμένει πλήρως στην ποιμαντική ευθύνη των Ορθοδόξων Παροικιών Ρωσικής Παραδόσεως Δυτικής Ευρώπης.

Εν αναμονή της απάντησης που ο Αρχιεπίσκοπος Χαριουπόλεως Ιωάννης θα μπορέσει να δώσει στην Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο στην Κωνσταντινούπολη και στους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες που τυγχάνουν Μέλη της Ιεράς Συνόδου, ως καρπός της διαφανούς διαδικασίας που περιγράφεται παραπάνω, οι κληρικοί της Αρχιεπισκοπής καλούνται να συνεχίσουν την λειτουργική μνημόνευση ως έχει έως σήμερα, συγκεκριμένα: «υπέρ του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου και του Πανιερωτάτου Αρχιεπισκόπου Χαριουπόλεως Ιωάννου, Κυριάρχου Αρχιεπισκόπου των Ορθοδόξων Παροικιών Ρωσικής Παραδόσεως εν Δυτική Ευρώπη».

Με εμπιστοσύνη στο έργο του Επουρανίου Βασιλέως, του Παρακλήτου, του Πνεύματος του Αγίου, καλούμε όλους τους πιστούς να προσευχηθούν για την ευστάθεια όλων των του Θεού Εκκλησιών.

Retour haut de page
SPIP